- Την επιστροφή των ελλειμμάτων στα ταμεία του ΕΦΚΑ από το 2029 αποτυπώνουν οι νέες προβολές του υπουργείου Οικονομικών για την περίοδο έως το 2030.
- Μετά από 13 χρόνια αποτελεσμάτων με πλεόνασμα, εμφανίζεται ξεκάθαρα η εξάντληση των δημοσιονομικών περιθωρίων που είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια.
- Από πλεόνασμα 1,1 δισ.
Την επιστροφή των ελλειμμάτων στα ταμεία του ΕΦΚΑ από το 2029 αποτυπώνουν οι νέες προβολές του υπουργείου Οικονομικών για την περίοδο έως το 2030. Μετά από 13 χρόνια αποτελεσμάτων με πλεόνασμα, εμφανίζεται ξεκάθαρα η εξάντληση των δημοσιονομικών περιθωρίων που είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια.
Από πλεόνασμα 1,1 δισ. σε έλλειμμα
Ενώ το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα προέβλεπε πλεόνασμα περίπου 1,1 δισ. ευρώ, οι νεότερες εκτιμήσεις δείχνουν έλλειμμα 362 εκατ. ευρώ το 2029 και διεύρυνσή του στα 1,27 δισ. ευρώ το 2030, σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας Η Καθημερινή. Οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού και της συρρίκνωσης του εργατικού δυναμικού αρχίζουν να μεταφράζονται σε πραγματική πίεση στα οικονομικά του ΕΦΚΑ. Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή: μέσα σε μία τετραετία το ισοζύγιο των ασφαλιστικών φορέων μετακινείται κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ, εξέλιξη που δεν θεωρείται συγκυριακή αλλά αποτυπώνει βαθύτερη μεταβολή των θεμελιωδών μεγεθών που χρηματοδοτούν το ασφαλιστικό σύστημα.
Οι δαπάνες αυξάνονται ταχύτερα από τα έσοδα
Η βασική αιτία εντοπίζεται στην αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ εσόδων από εισφορές και δαπανών για συντάξεις. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΥΠΟΙΚ, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα αυξηθούν από 35,43 δισ. ευρώ το 2026 στα 40,75 δισ. ευρώ το 2030, άνοδος κατά 5,32 δισ. ευρώ μέσα σε 4 χρόνια. Την ίδια περίοδο, τα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές εκτιμάται ότι θα ενισχυθούν από 20,49 δισ. σε 24,31 δισ. ευρώ, αύξηση 3,82 δισ. ευρώ. Η διαφορά περίπου 1,5 δισ. ευρώ μεταξύ της αύξησης των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων και της αύξησης των εισφορών εξηγεί σχεδόν εξ ολοκλήρου την επιστροφή των ελλειμμάτων στο τέλος της δεκαετίας.
Η κρατική χρηματοδότηση, σημαντικά μειωμένη σε σχέση με τα προ μνημονίων δεδομένα, παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη -αν και από τις υψηλότερες στην ΕΕ- κινούμενη μεταξύ 15,9 και 16,2 δισ. ευρώ, χωρίς πρόσθετη στήριξη ικανή να αντισταθμίσει τις πιέσεις. Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο και τους περιορισμούς στις μόνιμες δαπάνες.
Το δημογραφικό «βαρίδι»
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται μια ακόμη πιο ανησυχητική πραγματικότητα: το δημογραφικό. Οι προβολές της Eurostat, που αξιοποιούνται και σε μελέτες του ΙΟΒΕ, δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας αναμένεται να μειωθεί στα 9,5 εκατομμύρια έως το 2050 και κοντά στα 8,1 εκατομμύρια έως το τέλος του αιώνα. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η εξέλιξη του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ο οποίος εκτιμάται ότι θα περιοριστεί από 6,2 εκατομμύρια το 2020 σε περίπου 4,7 εκατομμύρια το 2050.
Καθώς το ελληνικό σύστημα παραμένει κατά βάση διανεμητικό, οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων -όσο μειώνεται ο αριθμός των εργαζομένων και αυξάνεται ο αριθμός των συνταξιούχων, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρηθεί η ισορροπία. Παράλληλα, η αγορά εργασίας εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης, με την ανεργία να έχει υποχωρήσει κοντά στο 8% και τις εκτιμήσεις για αύξηση της απασχόλησης να περιορίζονται στο 0,2% ετησίως, έναντι ρυθμών κοντά στο 2% τα προηγούμενα χρόνια.
Προειδοποιήσεις από Στουρνάρα
Στο περιβάλλον αυτό, οι προειδοποιήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, έχει επανειλημμένως επισημάνει ότι το δημογραφικό συνιστά μία από τις μεγαλύτερες μακροπρόθεσμες απειλές για τη χώρα, καθώς επηρεάζει ταυτόχρονα την ανάπτυξη, τα δημόσια οικονομικά και το ασφαλιστικό σύστημα. Πρόσθετους κινδύνους δημιουργούν οι πιέσεις για νέες μόνιμες παροχές, αλλά και πιθανές επιπτώσεις δικαστικών αποφάσεων, όπως αυτές του Ελεγκτικού Συνεδρίου για βουλευτές και δικαστικούς, που αφορούν συνταξιοδοτικές διεκδικήσεις.
Το συμπέρασμα των ειδικών
Σύμφωνα με τους ειδικούς της κοινωνικής ασφάλισης, οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν μετά την κρίση βελτίωσαν σημαντικά τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού και επέτρεψαν την επιστροφή σε πλεονασματικά αποτελέσματα. Ωστόσο, η δημογραφική πραγματικότητα αρχίζει ήδη να ανατρέπει αυτή την εικόνα. Η επανεμφάνιση ελλειμμάτων από το 2029 δεν αποτελεί απλώς λογιστική μεταβολή στους πίνακες του προϋπολογισμού, αλλά την πρώτη σαφή δημοσιονομική αντανάκλαση της πληθυσμιακής γήρανσης και της συρρίκνωσης του εργατικού δυναμικού -δύο εξελίξεων που αναμένεται να καθορίσουν το μέλλον του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος τις επόμενες δεκαετίες.





