- Μια επιχειρηματική συνεργασία που ξεκίνησε λίγο πριν από την πανδημία με τις καλύτερες προθέσεις κατέληξε σε πολυετή δικαστική διαμάχη για ποσό της τάξης των 60.000 ευρώ.
- Από τη μία πλευρά ο επιχειρηματίας Γιάννης Τσακουμάκος, από την άλλη το καλλιτεχνικό δίδυμο Καίτη Γαρμπή – Διονύσης Σχοινάς.
- Τα χρήματα είχαν δοθεί ως προκαταβολή από την επιχείρηση στους δύο καλλιτέχνες για εμφανίσεις σε νυχτερινό κέντρο συμφερόντων του Τσακουμάκου.
Μια επιχειρηματική συνεργασία που ξεκίνησε λίγο πριν από την πανδημία με τις καλύτερες προθέσεις κατέληξε σε πολυετή δικαστική διαμάχη για ποσό της τάξης των 60.000 ευρώ. Από τη μία πλευρά ο επιχειρηματίας Γιάννης Τσακουμάκος, από την άλλη το καλλιτεχνικό δίδυμο Καίτη Γαρμπή – Διονύσης Σχοινάς.
Τα χρήματα είχαν δοθεί ως προκαταβολή από την επιχείρηση στους δύο καλλιτέχνες για εμφανίσεις σε νυχτερινό κέντρο συμφερόντων του Τσακουμάκου. Ο Διονύσης Σχοινάς είχε λάβει 40.000 ευρώ και η σύζυγός του Καίτη Γαρμπή 20.000 ευρώ για εμφανίσεις που τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ – ενώ αρνήθηκαν να επιστρέψουν τα χρήματα.
«Όλως εσφαλμένη» η πρωτόδικη κρίση
Και μπορεί πρωτόδικα το ζευγάρι να είχε δικαιωθεί –τότε μιλούσαν για νίκη– όμως η εκδίκαση της υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών ανέτρεψε τα πάντα. Με την υπ’ αριθ. 4001/2026 απόφασή του, το δικαστήριο έκρινε την πρωτόδικη κρίση «ως όλως εσφαλμένη».
Το Εφετείο έκρινε ότι οι προκαταβολές πρέπει να επιστραφούν, καθώς οι συμφωνημένες εμφανίσεις δεν πραγματοποιήθηκαν και οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν ότι είχαν νόμιμη αιτία να διατηρούν τα χρήματα – άρα, όπως κρίθηκε, τα παρακράτησαν παράνομα.
Έτσι, ο Διονύσης Σχοινάς ως πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει 40.000 ευρώ και η Καίτη Γαρμπή 20.000 ευρώ, με νόμιμο τόκο από την ημέρα που επιδόθηκε η αγωγή.
Αμφότεροι καταδικάστηκαν και στην πληρωμή 3.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Το κόστος της άρνησης, ωστόσο, αποδεικνύεται πολύ βαρύτερο: με τον νόμιμο τόκο, τα 60.000 ευρώ έγιναν πλέον 100.000, συν τα δικαστικά έξοδα.
Το Κατράκειο και η αναβολή που «δεν ήταν αναβολή»
Άμεσα μετά την απόφαση του Εφετείου επιβλήθηκε δέσμευση όλων των τραπεζικών λογαριασμών τους και συντηρητική κατάσχεση των εισιτηρίων της συναυλίας τους στο Κατράκειο.
Αυτός φέρεται να είναι και ο πραγματικός λόγος που αναβλήθηκε η προγραμματισμένη εκδήλωση τη Δευτέρα 7 του μήνα – και όχι «οι συνθήκες και η ροή της προετοιμασίας» που επικαλέστηκαν οι δύο καλλιτέχνες σε ανάρτησή τους.
Το χρονικό της υπόθεσης
Όλα ξεκίνησαν στις αρχές του 2020, όταν ο Γιάννης Τσακουμάκος, ο οποίος διαχειριζόταν κέντρο διασκέδασης στην Αθήνα, συμφώνησε με το ζευγάρι Σχοινά–Γαρμπή να εμφανίζονται ζωντανά στο μαγαζί του. Στο πλαίσιο της συμφωνίας κατέβαλε προκαταβολές 40.000 ευρώ στον πρώτο και 20.000 ευρώ στη δεύτερη – συνολικά 60.000 ευρώ.
Οι εμφανίσεις όμως συνέπεσαν με την περίοδο της πανδημίας και δεν πραγματοποιήθηκαν, λόγω των περιοριστικών μέτρων και της απαγόρευσης λειτουργίας των κέντρων διασκέδασης. Τα χρήματα δεν επιστράφηκαν, καθώς υπήρχε αρχικά πρόθεση η συνεργασία να συνεχιστεί όταν θα ξεκινούσαν πάλι οι ζωντανές εμφανίσεις.
Το 2022 προγραμματίστηκε νέα συνεργασία, με το σχήμα Γιώργος Μαζωνάκης – Διονύσης Σχοινάς στο «Κέντρο Αθηνών». Ωστόσο, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Εφετείο, η συνεργασία ναυάγησε λόγω διαφωνιών του Σχοινά, ο οποίος ένιωθε ότι τον υποτιμούσε η μαρκίζα που είχε τον Μαζωνάκη πρώτο όνομα και αυτόν δεύτερο, με μικρά γράμματα, ως υποστηρικτικό καλλιτέχνη – το λεγόμενο support.
Η επιχείρηση πρότεινε διάφορες εναλλακτικές, τις οποίες ο Σχοινάς απέρριψε ως προσβλητικές. Όπως σημειώνεται στην απόφαση, δεν προσήλθε καν στην πρόβα τζενεράλε, λέγοντας ότι πονούσε η μέση του, και την επομένη ενημέρωσε με sms ότι αποχωρεί.
Όταν ο επιχειρηματίας ζήτησε πλέον την επιστροφή των προκαταβολών, ακολούθησαν εξώδικες προσκλήσεις προς τους δύο καλλιτέχνες. Το ζεύγος αποδέχτηκε εγγράφως ότι πήρε τα χρήματα, αλλά αρνήθηκε χωρίς αιτιολογία να τα επιστρέψει – και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε στα δικαστήρια.
Πρωτοδίκως η αγωγή απορρίφθηκε εσφαλμένα, αλλά το Εφετείο δικαίωσε τις θέσεις της επιχείρησης, τις οποίες ανέλυσε ο δικηγόρος Τέλλος Αγαπηνός. Μετά την απόφαση κατασχέθηκαν όλοι οι λογαριασμοί τους – με τις τράπεζες, ωστόσο, να απαντούν ότι το ζευγάρι δεν έχει χρήματα σε αυτές.
Τα βάρη στο ακίνητο και η Αρχή για το ξέπλυμα
Μη βρίσκοντας ούτε ευρώ στους λογαριασμούς, η επιχείρηση έλεγξε το κτηματολόγιο. Εκεί διαπίστωσε –γεγονός που επιβεβαίωσαν και οι τράπεζες– ότι το μοναδικό ακίνητο του ζευγαριού, η κατοικία τους, εμφανίζει σειρά σημαντικών βαρών, κατασχέσεων και δεσμεύσεων υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Μεταξύ άλλων εμφανίζεται υποθήκη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 1.345.065,11 ευρώ, ενώ μεταγενέστερα, τον Δεκέμβριο του 2025, καταχωρίστηκε και νέα υποθήκη 219.362,94 ευρώ υπέρ της ΑΑΔΕ.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη αναγκαστικής κατάσχεσης ύψους 1.142.097,01 ευρώ από τη ΔΟΥ Κηφισιάς, καθώς και νεότερης αναγκαστικής κατάσχεσης 259.820,80 ευρώ, που καταχωρίστηκε τον Νοέμβριο του 2025 υπέρ του ΚΕΒΕΙΣ Αττικής (Κέντρο Βεβαίωσης και Είσπραξης).
Ταυτόχρονα, στο κτηματολογικό φύλλο είναι καταχωρισμένη ήδη από το 2016 απαγόρευση εκποίησης ή επιβάρυνσης του ακινήτου, κατόπιν διάταξης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, με ρητή αναφορά στα άρθρα 7Α και 48 του ν. 3691/2008.
Η δέσμευση αυτή δεν φαίνεται να αποτέλεσε απλή προσωρινή εγγραφή: στο ίδιο φύλλο καταχωρίστηκε επίσης το υπ’ αριθ. 327/3.2.2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο σημειώνεται «συνέχιση επικύρωσης» της διάταξης της Αρχής για την απαγόρευση εκποίησης και επιβάρυνσης του ακινήτου.





